- πανύμνητος
- παν-ύμνητος, allgefeiert
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
πανύμνητος — ον, ΜΑ αυτός που υμνείται από όλους («τὴν πανύμνητον ἑορτασάντων πανήγυριν», Αμφιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + ὑμνητός (< ὑμνῶ), πρβλ. πολυ ύμνητος] … Dictionary of Greek
вьсехвальныи — (6) пр. Всеми прославляемый: Въскую мѩ. Добродѣтелными подвиги исправленьи. твои(х) о҃че всехвалне. Мин XIV (май, 2), 17 об.; то же ПКП 1406, 6в; в роли с.: пребл҃жне и всехвалне. миръ и здравиѥ и тверду ми державу. моли г(с)а дати кн҃зю нашему.… … Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)
παν- — και παμ και παγ (ΑΜ παν και παμ και παγ ) α συνθετικό ονομάτων και ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στο ουδέτερο παν (με ᾰ βραχύ) τού επιθ. πᾱς*. Το ν του α συνθετικού διατηρείται όταν το β συνθετικό αρχίζει από φωνήεν ή… … Dictionary of Greek